go to home
Νάξος / Χωριά / Απείρανθος

ΑπείρανθοςΗ Απείρανθος, κοινότητα μέχρι το 1998, οικισμός (τοπικό διαμέρισμα) του δήμου Δρυμαλιάς Νάξου εν συνεχεία και σήμερα Δημοτική κοινότητα του δήμου Νάξου και Μικρών Κυκλάδων, βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα του νησιού και σε υψόμετρο από 550μ. στη περιοχή «Λαγκάδι» μέχρι 650,00 μ. στην περιοχή «Ψάρη Μπλάκα».

Κείται στις ανατολικές υπώρειες του όρους «Φανάρι», αναπτύσσεται αμφιθεατρικά με θέα προς νοτιοανατολικά και περιλαμβάνει δύο μεγάλες γειτονιές, την «Φυροΐστρα» κατά την βορινή πλευρά και το «Κατήφορο» στα νότια, απέχει δε 28 χιλιόμετρα από την Χώρα, την πρωτεύουσα του νησιού. Η Απείρανθος εκτείνεται σε μία έκταση περίπου 80 τετραγωνικών χιλιομέτρων με 1100 περίπου μονίμους κατοίκους (απογραφή 2001).

Οι κάτοικοί της ασχολούνται περισσότερο με την κτηνοτροφία, τις οικοδομικές δραστηριότητες, το εμπόριο και τον τουρισμό και λιγότερο με τη γεωργία, τη μεταποίηση και τις διάφορες οικοτεχνικές δραστηριότητες ενώ φημίζονται για την δεξιοτεχνία τους στην υφαντική τέχνη, την ποίηση και την μουσική.

Βασική οικονομική δραστηριότητα των κατοίκων του χωριού παλιότερα αποτελούσε η εξόρυξη της σμύριδας, ενός εξαιρετικά σπάνιου και ιδιαίτερα σκληρού πετρώματος, από το οποίο κατασκευάζονταν, από την αρχαιότητα ακόμα, λειαντικά μέσα αρίστης ποιότητας. Η δραστηριότητα αυτή εξακολουθεί και σήμερα, μέσα από το ιδιότυπο καθεστώς που ισχύει, να παίζει ρόλο στην οικονομική ζωή του χωριού.

Η ιστορία του χωριού αρχίζει από τα προϊστορικά χρόνια, και συγκεκριμένα την περίοδο δημιουργίας και άνθησης του Κυκλαδικού πολιτισμού, όπως αποδεικνύουν τα πολλά αρχαιολογικά και εξαιρετικά σημαντικά ευρήματα από έρευνες και ανασκαφές, κυρίως στο «Κορφάρι Αμυγδαλιών», κοντά στην παραλία του «Πανέρμου» και στην «Κορφή τ’ Αρωνιού» στην παραλία του «Κλειδού», καθώς επίσης και τα τοπωνύμια με αρχαιοελληνική προέλευση όπως ο Αφικλής (Ιφικλής), ο Δήμος, τα Ελληνικά και άλλα, τα οποία εντοπίζονται στο περιβάλλον της Απειράνθου.

Την παρουσία του χωριού στα Βυζαντινά χρόνια και μάλιστα πολύ πιθανόν στην ίδια με τη σημερινή του θέση μαρτυρούν τα σημαντικά βυζαντινά μνημεία του χωριού, όπως ο Ιερός Ναός της Αγίας Παρασκευής στην Φυροΐστρα, ο οποίος με αρκετά μεγάλη πιθανότητα, λόγω κυρίως του αρχιτεκτονικού του τύπου, μπορεί να αναχθεί στην περίοδο αυτή, αλλά κυρίως πολλά και σημαντικά μνημεία στο κοντινό περιβάλλον του χωριού όπως ο Άγιος Ελευθέριος, η Παναγία η Σωτομπριανή, ο Άι Κυρκός (Άγιος Κήρυκος), ο Άγιος Γεώργιος, ο Άγιος Παχώμιος και άλλα. Παλαιότερη πάντως μνεία του χωριού θεωρείται η αναφορά «ap(era)to» του Ιταλού περιηγητή και χαρτογράφου Χριστόφορου Μπουαντελμόντι στο ιζολάριό (νησιολόγιο) του κατά το 1413.

Σχετικά τώρα με την προέλευση του τοπωνυμίου Απεράθου, οι κατά καιρούς φιλολογικές και ιστορικές έρευνες θεωρούν ως πιθανότερη προέλευση το όνομα κάποιου γαιοκτήμονα, του «Απέραθου» ή του φυτού «Πύρεθρον», ενώ το τοπωνύμιο Απείρανθος θεωρείται λόγια «μεταμόρφωση» του πραγματικού. Κατά την περίοδο της φραγκοκρατίας (1207 - 1566) και έως το 1819, η Απείρανθος πλήρωνε τις "Εντριτίες", φόρο δηλαδή που αντιστοιχούσε στο ένα τρίτο των εισοδημάτων των κατοίκων της, στους απογόνους των φράγκων φεουδαρχών.

Η παρουσία των λατίνων στο χωριό είναι και σήμερα εμφανής, σε επίπεδο βέβαια κτισμάτων, αφού δεν υφίσταται καμία οικογένεια που εκείθεν να έλκει το επώνυμο ή την καταγωγή της. Μπορούμε ν’ αναφέρουμε ως σημαντικότερα μνημεία της περιόδου, τους πύργους του Ζευγώλη και του Μπαρδάνη, οι οποίοι αμφότεροι ανήκαν στον Ενετό άρχοντα Σφόρτσα Κάστρη, καθώς επίσης και ένα κτίσμα στην «Πλάτσα» του χωριού, πάνω από κάποια πρέκια του οποίου υπάρχουν εκκλησιαστικά οικόσημα (καθολικών αξιωματούχων).

Η σμύριδα απετέλεσε το κύριο στοιχείο της ακμής του χωριού κατά την περίοδο της φραγκοκρατίας αλλά και της τουρκοκρατίας με χαρακτηριστικό, ακμής η οποία αποδεικνύεται από την ανέγερση της μεγάλης κοινοτικής εκκλησίας, της Παναγίας της Απεραθίτισσας. Στοιχείο ακμής του χωριού αποτελεί και η παρουσία πολλών ιερέων στο χωριό που δείχνει ότι ήδη από τον 17ο, αλλά κυρίως τον 18ο και 19ο αιώνα, στο χωριό, όπως και γενικότερα στη Νάξο, υπήρξε ουσιαστικά αυτοδιοίκηση με επικεφαλής την τοπική Ορθόδοξη Εκκλησία.

Το υψηλό μορφωτικό επίπεδο (για τα μέτρα της εποχής) φαίνεται και από το γεγονός ότι στ’ Απεράθου ιδρύθηκε το 1830 ένα από τα πρώτα, μετά την απελευθέρωση, αλληλοδιδακτικά σχολεία στη Νάξο με πρώτο δάσκαλο τον «Αναγνώστη εξ απορρήτων» ιερέα Πέτρο Πρωτόπαπα-Πρωτοπαπαδάκη, απόγονο του γνωστού από τα έγγραφα ιερέα Νικολάου Κουτζόκολου και πάππου του Μηχανικού και καθηγητή του Πολυτεχνείου και μετέπειτα μαρτυρικού πρωθυπουργού Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη.

Η Απείρανθος πλήρωσε ακριβά τις συνέπειες του εθνικού διχασμού αφού το 1917, 33 άμαχοι, στην πλειονότητά τους γυναίκες και παιδιά σκοτώθηκαν από τα πυρά των κυβερνητικών στρατιωτών (Κυβέρνηση Βενιζέλου) και περίπου 100 τραυματίστηκαν ή και ακρωτηριάστηκαν. Μνημείο για τους πεσόντες της εποχής εκείνης ανεγέρθηκε στο νεκροταφείο του χωριού από τον ζωντανό θρύλο της αντίστασης και Απεραθίτη Μανώλη Γλέζο, γνωστό παγκοσμίως για το κατέβασμα της σημαίας των Ναζί από την Ακρόπολη, όταν την τετραετία 1986-1990 διετέλεσε κοινοτάρχης του χωριού εγκαταλείποντας τη θέση του στην Ευρωβουλή.

Οι κάτοικοι της Απειράνθου, όπως μαρτυρούν τα μνημεία και τα έγγραφα, είναι κατά βάση γηγενείς, οι ρίζες τους δηλαδή τοποθετούνται στα βυζαντινά χρόνια, υπάρχουν όμως σίγουρα μεταξύ των κατοίκων και απόγονοι εποίκων από διάφορα μέρη της Ελλάδας. Πολύς λόγος έχει γίνει για την σχέση των Απεραθιτών με την Κρήτη, λόγω κυρίως της ομοιότητας στοιχείων της Απεραθίτικης ντοπιολαλιάς με την αντίστοιχη μιας συγκεκριμένης περιοχής της Κρήτης (Ανώγεια Ρεθύμνου).
Για το ζήτημα αυτό υπάρχει διαφωνία μεταξύ των λογίων του χωριού (που σημειωτέον συγκεντρώνουν ένα πολύ μεγάλο αριθμό, στοιχείο που αποτελεί μια μεγάλη ιδιαιτερότητα του χωριού τόσο παναξιακά όσο και ευρύτερα), μέρος των οποίων πιστεύει σε εποικισμό Κρητικών στ’ Απεράθου μετά την Κρητική Επανάσταση των Σφακιανών υπό τον Δασκαλογιάννη (1770) και άλλων που εντάσσει την όποια σχέση στο πλαίσιο της γενικής σχέσης των Κυκλάδων με τις Κρητικές επαναστάσεις.

Βασικός εκπρόσωπος της πρώτης «Σχολής» είναι ο αείμνηστος φιλόλογος και συγγραφέας Γιώργος Ζευγώλης, ενώ θιασώτες της δεύτερης άποψης είναι ο αείμνηστος Αντώνης Κατσουρός και οι Βασίλης Σφυρόερας (Καθηγητής Πανεπιστημίου) και Μανώλης Γλέζος. Η ιστορία του Χωριού κατά τον 20ο αιώνα ακολούθησε κατά βάσιν την ιστορία της σμύριδας με συνεχή πτωτική πορεία στο οικονομικό πεδίο που εκδηλώθηκε με τη δραματική μείωση του πληθυσμού του χωριού κατά τα μεταπολεμικά κυρίως χρόνια.


Κωνσταντίνος Ιωάν. Τουμπακάρης