go to home
Νάξος / Χωριά / Κυνίδαρος

ΚυνίδαροςΟ Κυνίδαρος, κοινότητα μέχρι το 1998 και οικισμός (τοπικό διαμέρισμα) του Δήμου Νάξου εν συνεχεία και σήμερα Δημοτική κοινότητα του δήμου Νάξου και Μικρών Κυκλάδων, βρίσκεται στο κεντρικό - βορειοδυτικό τμήμα του νησιού και σε υψόμετρο περί τα 415,00 μέτρα. Αναπτύσσεται αμφιθεατρικά και με θέα προς την μεσημβρία, ανάμεσα στο Σχολείο (1936) του οικισμού που στέφεται από αλσύλλιο πεύκων (1970) και είναι κτισμένο στο υψηλότερο σημείο του χωριού σε ειδικά διαμορφωμένο άνδηρο, και στον ενοριακό Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου (1842) που καταλαμβάνει το χαμηλότερο σημείο αντίστοιχα, και συνορεύει κατά τη νοτιοανατολική του πλευρά με το κοιμητήριο του χωριού, λίγο ψηλότερα από μια γραφική ρεματιά με πλατάνους, φυλλάδες (πικροδάφνες) και ιτιές.

Την εικόνα του χωριού πλαισιώνει προς τα βορειοανατολικά η κορυφογραμμή του όρους "Κόρωνος", ενώ ένα δάσος δρυών, οι «Ντρυάδες» κοντά στην ανατολική έξοδο του χωριού και η κοιλάδα των «Χαλάντρων» στα βόρεια αποτελούν τις δύο σημαντικές εστίες «πρασίνου» του οικισμού. Ο Κυνίδαρος διαθέτει περίπου 250 σπίτια, πολλά από τα οποία καλοκαιρινά, ενώ έχει περίπου 400 μονίμους κατοίκους.

Οι κάτοικοι ασχολούνται με τη γεωργία, την κτηνοτροφία, τις οικοδομικές δραστηριότητες, το εμπόριο και τη μεταποίηση, ενώ συντηρούν με σεβασμό και την πλούσια μουσικοχορευτική παράδοση του χωριού.

Από τον Κυνίδαρο προέρχονται οι θεμελιωτές της μεγάλης μουσικής παράδοσης του νησιού, ο Γεώργιος Κονιτόπουλος (Πουλογιώργης) και οι υιοί του, οι βιολιτζήδες Μιχάλης (Μωρός) και Νικόλαος (Νικολής) και ο δεξιοτέχνης του σαντουριού, Φλώριος. Τα παιδιά του Μιχάλη, ο Γιώργος, η Ειρήνη, ο Κώστας, η Αγγελική και ο Βαγγέλης είναι η γνωστή οικογένεια των Κονιτοπουλαίων η οποία διέδωσε το νησιώτικο τραγούδι ανά την Ελλάδα. Κοντά στην μουσική αυτή παράδοση, η οποία συνεχίζεται με αμείωτη ένταση έως σήμερα, με πολλούς υψηλής ποιότητας βιολιτζήδες, όπως ο Στάθης Κουκουλάρης, και λαουτιέρηδες, όπως ο Αντώνης Κονιτόπουλος, οι Κυνιδαριώτες συνδύασαν το όνομά τους με την ιδιαίτερη ικανότητα στο χορό, καθώς και την έντονη αγάπη προς τα γλέντια και τη διασκέδαση.

Βασική επίσης οικονομική δραστηριότητα και συγχρόνως σήμα κατατεθέν της γεωμορφολογίας του χωριού προς την δυτική του έξοδο, αποτελεί η εξόρυξη καλής ποιότητας λευκού (κυρίως) μαρμάρου η οποία προσφέρει ακμή στον οικισμό, αλλοιώνει όμως αργά αλλά σταθερά το φυσικό του περιβάλλον. Η ιστορία του χωριού αρχίζει από τα αρχαϊκά χρόνια όπως μας δείχνουν επιγραφές στου "Περγαντή" και στη "Νυφιώτισσα", καθώς και πολλά αρχαιολογικά ευρήματα από ανασκαφές του Ντούμα στην περιοχή "Ακρωτήρι", στο περιβάλλον του Κυνιδάρου.

Την παρουσία του χωριού στα Βυζαντινά χρόνια μαρτυρούν τα σημαντικά βυζαντινά μνημεία του χωριού, όπως ο Ιερός Ναός του Αγίου Δημητρίου στα "Χάλαντρα" (9ος αιώνας), ενώ στους μέσους και ύστερους βυζαντινούς χρόνους είναι πιθανόν να ανάγονται σε κάποια φάση τους και οι παλαιότατοι Ιεροί Ναοί της Αγίας Ειρήνης (κοντά στο χωριό), του Τιμίου Σταυρού στις "Λεύκες", του Αγίου Πνεύματος και του Προφήτη Ηλία στο "Ακρωτήρι" και του Αγίου Ιωάννου σε επαφή προς τον ενοριακό ναό του Αγίου Γεωργίου.

Ο Κυνίδαρος (ή Κυνήδαρος ή Κινίδαρος) πάντως αναφέρεται με το όνομα αυτό από το 1539 τουλάχιστον, όπως μαρτυρείται σε δημοσιευμένο δικαιοπρακτικό έγγραφο της 9ης Μαρτίου του έτους αυτού. Ουσιαστικά αγνοούμε την ετυμολογική προέλευση του ονόματος του χωριού, επισήμως ωστόσο προέρχεται από την ΚΝΙΔΑ => ΚιΝΙΔΑρος, ενώ τοπικός θρύλος το συνδέει με παράδοση που θέλει τον Κυνίδαρο τόπο κυνηγίου .

Τον καιρό της φραγκοκρατίας (1207 - 1566) αλλά και μετά την οριστική κατάλυσή της από τους Τούρκους (1566) και έως το 1819 ο Κυνίδαρος, όπως και οι άλλες περιοχές του νησιού, πλήρωνε "Εντριτίες", δηλαδή το ένα τρίτο των εισοδημάτων του, ως φόρο στους απογόνους των φράγκων φεουδαρχών. Γνωρίζουμε μέσα από έγγραφα ότι το 1670 ο φράγκος "άρχοντας" που εισέπραττε τον παραπάνω φόρο για τον Κυνίδαρο ήταν ο Χρύσης Κορονέλος.

Τα χρόνια της τουρκοκρατίας δεν υπήρξε έντονη παρουσία των Τούρκων, εμφανίζεται όμως κατά καιρούς μέσα από έγγραφα ο τίτλος του "βοεβόντα" και το "βοϊβοντίκι" που όπως φαίνεται σχετίζονται με την απονομή της δικαιοσύνης. Είναι βέβαιο πάντως και με βάση το περιεχόμενο πολλών εγγράφων ήδη από τον 17ο αλλά κυρίως τον 18ο και 19ο αιώνα, ότι στο χωριό υπήρξε ουσιαστικά αυτοδιοίκηση με επικεφαλής την τοπική Ορθόδοξη Εκκλησία αφού οι κατά καιρούς εφημέριοι του χωριού απετέλεσαν και τους Νοταρίους, δηλαδή τους Συμβολαιογράφους του. Πρόκειται κατά βάση για τους προγόνους της λευιτικής οικογένειας Κλουβάτου που μέχρι πρότινος στελέχωνε με ιερείς τον Κυνίδαρο.

Το σημαντικότερο γεγονός των χρόνων της τουρκοκρατίας, είναι η ίδρυση από τον τότε Μητροπολίτη Παροναξίας Άνθιμο, τον Παριανό Δραγουμάνο του τουρκικού στόλου Νικόλαο Μαυρογένη, τον Άρχοντα των Ορθοδόξων χωρικών Μαρκάκη Πολίτη και το Κοινό (Κοινότητα) των Χωρίων, του Σχολείου της Ναξίας (1775) που στεγάστηκε στη μεγαλοπρεπή, τρίκλιτη βασιλική του Αγίου Αρτεμίου (1780) στην περιοχή των Χαλάντρων και στο οποίο δίδαξε ο δάσκαλος του Γένους Χρύσανθος ο Αιτωλός, αδελφός του μάρτυρα εθναποστόλου Αγίου Κοσμά του Αιτωλό. Το συγκεκριμένο μνημείο, ένα από τα σημαντικότερα της Νάξου, μπορεί να το επισκεφτεί κανείς εύκολα οδοιπορώντας για ένα περίπου δεκάλεπτο μέσα στην κοιλάδα των Χαλάντρων, όπου μπορεί, εκτός των άλλων να επισκεφτεί το πέτρινο δίτοξο πέτρινο γεφύρι του 1898 και τους εφτά νερόμυλους του χωριού, κατασκευές επίσης των χρόνων της Τουρκοκρατίας.

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας κτίστηκαν και άλλες εκκλησίες του χωριού, όπως ο παλαιότερος (στη θέση του προαναφερθέντος σημερινού) Ενοριακός Ιερός Ναός του Αγίου Γεωργίου (υπήρχε, με βάση έγγραφα, οπωσδήποτε προ του 1794), η Αγία Παρασκευή στο "Πλατσάκι", πιθανόν δε και η Αγία Κυριακή στην ομώνυμη θέση κοντά στη "Γέννηση". Μετά την απελευθέρωση κτίστηκαν και οι υπόλοιπες εκκλησίες του χωριού, όπως ο Άγιος Νικόλαος (1919) απέναντι από το χωριό (δίπλα σε ερειπωμένο ομώνυμο, πιθανόν βυζαντινό, ναό), η Αγία Σοφία στο "Ακρωτήρι" (1892), ο Άγιος Στυλιανός (1997) και Αγία Άννα (1998).

Οι κάτοικοι του Κυνιδάρου είναι κατά βάση γηγενείς, οι ρίζες τους δηλαδή τοποθετούνται στα βυζαντινά χρόνια, υπάρχουν όμως σίγουρα μεταξύ των κατοίκων και απόγονοι εποίκων από διάφορα μέρη της Ελλάδας οι οποίοι, φεύγοντας κατά καιρούς από τους τόπους τους, βρήκαν ζεστή αγκαλιά στο φιλόξενο Κυνίδαρο.

Έχουμε λοιπόν κρητικούς, όπως μαρτυρούν τα κρητικά επώνυμα που ακόμη και σήμερα επιχωριάζουν στον Κυνίδαρο (Αντωνάκης, Λιαδάκης, Καπετανάκης, Γεροντάκης κλπ) και μάλιστα απογόνους του πρωτοπαλίκαρου του Σφακιανού ήρωα και μάρτυρα (1771) Δασκαλογιάννη, του Μανούσου Κούτσουπα. Έχουμε επίσης εποίκους από τη Πελοπόννησο (Τσακωνιάτης), από τα Επτάνησα (Τσελέντης), τη Μυτιλήνη (Μυτιληναίος) αλλά και τη γειτονική Πάρο (Χανιώτης, Σκιαδάς, Ρούσσος κλπ).

Κωνσταντίνος Ιωάν. Τουμπακάρης